ταξινομώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταξινομώ < ταξινόμος + ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική classifier)

Ρήμα[επεξεργασία]

ταξινομώ (παθητική φωνή: ταξινομούμαι)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]