label

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
label labels

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

label < μέση αγγλική label < παλαιά γαλλική label, lambel < φραγκική labba < πρωτογερμανική lappōn, lappô < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leb-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

label (en)

  1. η ετικέτα
  2. η ετικέτα, ο συνήθως αυθαίρετος χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε κάποιον
  3. η μάρκα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

label (en)

  1. κολλώ μια ετικέτα
  2. βάζω σε κάποιον μια ετικέτα, του αποδίδω έναν χαρακτηρισμό

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • label στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
label labels

label (fr) αρσενικό