Μετάβαση στο περιεχόμενο

φόρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: φῶρος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φόρος οι φόροι
      γενική του φόρου των φόρων
    αιτιατική τον φόρο τους φόρους
     κλητική φόρε φόροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φόρος < φέρω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfo.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φόρος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φόρος αρσενικό

  1. (οικονομία) άμεσος φόρος: χρηματικό ποσό που καταβάλλει στο κράτος ο πολίτης ή οι επιχειρήσεις σύμφωνα με τους κανονισμούς φορολογίας
    παράδειγμα  Φέτος ο φόρος που θα δώσω με τη γυναίκα μου θα φτάσει τα 5.000 ευρώ
      Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου είχε οδηγηθεί η υπόθεση, είχε κρίνει ότι η υπεύθυνη του γηροκομείου διέπραξε το πλημμέλημα της κατ΄ εξακολούθησης λαθρεμπορίας, καθώς παράνομα χρησιμοποίησε και για ίδιον όφελος «πετρέλαιο θέρμανσης για άλλη εκτός από θέρμανση χρήση, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, τέλη και φόρους, οι δε δασμοί και φόροι που στερήθηκε το δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό τις 30.000 ευρώ» (ανέρχεται στο ποσό των 66.798 ευρώ). (Ο Άρειος Πάγος αποφασίζει για τη χρήση του πετρελαίου θέρμανσης, Εφημερίδα των Συντακτών, 18/08/2015 )
  2. (οικονομία) έμμεσος φόρος: καταναλωτικοί φόροι, χρηματικά ποσά που ενσωματώνονται στην τιμή των εμπορευμάτων ή των παρεχομένων υπηρεσιών και που επίσης αποτελούν κρατικό έσοδο
     δείτε  ΦΠΑ για το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας
  3. οποιαδήποτε εισφορά σε χρήμα ή σε είδος καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του
    παράδειγμα  Κράτη φόρου υποτελή
  4. (μεταφορικά) απόδοση (σε εκφράσεις)
    φόρος τιμής
    φόρος αίματος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

όπως ενδεικτικά

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φόρος οἱ φόροι
      γενική τοῦ φόρου τῶν φόρων
      δοτική τῷ φόρ τοῖς φόροις
    αιτιατική τὸν φόρον τοὺς φόρους
     κλητική ! φόρε φόροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φόρω
γεν-δοτ τοῖν  φόροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]

φόρος < ρίζα φόρ-, ετεροιωμένη βαθμίδα του φέρ- (φέρω)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φόρος, -ου αρσενικό

  1. (οικονομία) εισφορά σε χρήμα ή σε είδος που καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του
  2. (οικονομία) οποιαδήποτε πληρωμή χρηματικού ποσού

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]

φόρος < (άμεσο δάνειο) λατινική forum (αγορά)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φόρος, -ου αρσενικό

Απόγονοι

[επεξεργασία]

φόρος (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: φόρος
νέα ελληνικά: φόρος
ρομανί: fòros (πόλη)