παρακρατώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρακρατώ < παρά + κρατώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παρακρατώ -είς, -εί (παρακράτ-ησα, -ήθηκα, -ημένος)

  1. συνεχίζομαι περισσότερο απ' όσο πρέπει (το αστείο παρακράτησε)
  2. αποθηκεύω μέρος προϊόντος για επωφελέστερη διάθεση
  3. κρατώ μέρος από το ποσό που πρόκειται να δώσω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]