εμπόρευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐμπόρευμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμπόρευμα εμπορεύματα
γενική εμπορεύματος εμπορευμάτων
αιτιατική εμπόρευμα εμπορεύματα
κλητική εμπόρευμα εμπορεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπόρευμα < αρχαία ελληνική ἐμπόρευμα < ἐμπορεύομαι < ἔμπορος < ἐν + πόρος < πέρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per- (περνώ, διαπερνώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εm.ˈbɔ.ɾεv.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμπόρευμα ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]