εμπορεύομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπορεύομαι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εμπορεύομαι

  1. αγοράζω και πουλώ κάτι, για να κερδίσω
  2. (μεταφορικά) εκμεταλλεύομαι κάτι για χρηματισμό


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]