merchandise
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενεστώτας | merchandise |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | merchandises |
| αόριστος | merchandised |
| παθητική μετοχή | merchandised |
| ενεργητική μετοχή | merchandising |
merchandise (en)
- εμπορεύομαι
I am merchandising my oils.
- Εμπορεύομαι τα λάδια μου.