Μετάβαση στο περιεχόμενο

trade

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
trade trades

trade (en)

  1. (μη μετρήσιμο) το εμπόριο, η δραστηριότητα της αγοράς και πώλησης ή της ανταλλαγής αγαθών ή υπηρεσιών μεταξύ ανθρώπων ή χωρών
    παράδειγμα  Our foreign trade has expanded lately.
    Το εξωτερικό μας εμπόριο έχει επεκταθεί τελευταία.
  2. το εμπόριο, η εμπορία, ένα συγκεκριμένο είδος επιχείρησης
    παράδειγμα  the food/tobacco/medicine trade - το εμπόριο τροφίμων/καπνού/φαρμάκων
    παράδειγμα  Last year they branched out into the insurance business and the car trade.
    Απλώθηκαν πέρυσι στις ασφάλειες και στην εμπορία αυτοκινήτων.
  3. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το επάγγελμα, ειδικά αυτό που περιλαμβάνει τη δουλειά με τα χέρια μου και που απαιτεί ειδική εκπαίδευση και δεξιότητες
    παράδειγμα  He’s a tailor by trade.
    Είναι ράφτης το επάγγελμα.
ενεστώτας trade
γ΄ ενικό ενεστώτα trades
αόριστος traded
παθητική μετοχή traded
ενεργητική μετοχή trading

trade (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) κάνω εμπόριο, εμπορεύομαι, αγοράζω και πουλάω πράγματα
    παράδειγμα  He trades in furs.
    Εμπορεύεται γουναρικά.
    παράδειγμα  We trade with all countries.
    Κάνουμε εμπόριο με όλες τις χώρες.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) διαπραγματεύομαι, αγοράζω και πουλάω κάτι στο χρηματιστήριο
    παράδειγμα  ETFs can be traded throughout the day, like stocks.
    Τα ETFs μπορούν να διαπραγματεύονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, όπως οι μετοχές.
    παράδειγμα  Shares in the company haven’t been publicly traded since 1998.
    Οι μετοχές της εταιρείας δεν έχουν διαπραγματευτεί δημόσια από το 1998.
  3. (μεταβατικό) ανταλλάσσω κάτι που έχω με κάτι που έχει κάποιος άλλος
    παράδειγμα  They trade hides for food.
    Ανταλλάσσουν δέρματα με τρόφιμα.

Παράγωγα

[επεξεργασία]