έμπορος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | έμπορος | οι | έμποροι |
| γενική | του/της του |
εμπόρου έμπορου |
των | εμπόρων & έμπορων |
| αιτιατική | τον/την | έμπορο | τους/τις τους |
εμπόρους έμπορους |
| κλητική | έμπορε | έμποροι | ||
| Ο δεύτερος τύπος της γενικής ενικού και αιτιατικής πληθυντικού, μόνο για το αρσενικό. Δείτε και έμπορας με επιπλέον εμπόροι στην ονοματική και κλητική του πληθυντικού | ||||
| Κατηγορία όπως «βιομήχανος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- έμπορος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔμπορος < ἐν πόρῳ[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈem.bo.ɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : έ‐μπο‐ρος
- παλιότερος συλλαβισμός : έμ‐πο‐ρος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]έμπορος αρσενικό ή θηλυκό (και προφορικό έμπορας / εμπόρισσα)
- (επάγγελμα) που αγοράζει προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες και τα πουλάει σε μικρότερες χωρίς να τα μεταποιεί
- ※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)
- (παρωχημένο) που πουλάει υφάσματα και λευκά είδη
- (μεταφορικά, μειωτικό) που δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που παρέχει αλλά μόνο για το κέρδος
- (μεταφορικά, μειωτικό) που εκμεταλλεύεται κάποιο κοινωνικό αγαθό για να κερδίσει χρήματα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- δείτε τα προσφύματα → εμπορο-, -εμπορία, -εμπόριο, -έμπορος, -έμπορας
- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα εμπορο- στο Βικιλεξικό
- Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -εμπορία στο Βικιλεξικό
- Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -εμπόριο στο Βικιλεξικό
- Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -έμπορας στο Βικιλεξικό
- Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -έμπορος στο Βικιλεξικό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
έμπορος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] έμπορος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βιομήχανος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα έμ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)