έμπορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο έμπορος οι έμποροι
      γενική του εμπόρου
& έμπορου
των εμπόρων
& έμπορων
    αιτιατική τον έμπορο τους εμπόρους
& έμπορους
     κλητική έμπορε έμποροι
και εμπόροι στην ονοματική και
κλητική του πληθυντικού
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμπορος < αρχαία ελληνική ἔμπορος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈεm.bɔ.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έμπορος αρσενικό ή θηλυκό (και προφορικό έμπορας / εμπόρισσα)

  1. που αγοράζει προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες και τα πουλάει σε μικρότερες χωρίς να τα μεταποιεί
  2. (παρωχημένο) που πουλάει υφάσματα και λευκά είδη
  3. (μεταφορικά-μειωτικά) που δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που παρέχει αλλά μόνο για το κέρδος
  4. (μεταφορικά-μειωτικά) που εκμεταλλεύεται κάποιο κοινωνικό αγαθό για να κερδίσει χρήματα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]