αγοράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγοράζω < αρχαία ελληνική ἀγοράζω < ἀγορά < ἀγείρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣɔ.ˈɾa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγοράζω

  1. αποκτώ κάτι (τρόφιμα, ρούχα, οικόπεδα, δικαίωμα) που ανήκε (δημωδώς: άνηκε) σε άλλον δίνοντάς του ως αντάλλαγμα χρήματα• συναινετικά θέτω υπό την κατοχή μου (παίρνω) κάτι από άλλον πληρώνοντας κάποιο αντίτιμο
    • αποκτώ με κουπόνι
  2. ανταλλάσσω σε είδος (η αξία του ανταλλάξιμου είδους είναι άμεση, μη κοινωνικά φαντασιακή ή απλώς θεσπισμένη αλλιώς αφορά υποκατηγορία του άνωθεν ερμηνεύματος)
    ληστής: κύριε δικαστή, αγόρασα με βία το αμάξι, πλήρωσα σε είδος δηλαδή
    δικαστής: το "μαγαζί", το κράτος δηλαδή, ορίζει την αξία του ανταλλάγματος, κι εσύ "αγόρασες" φυλάκιση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]