αγοράζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγοράζω < αρχαία ελληνική ἀγοράζω (συχνάζω στην αγορά) < ἀγορά < ἀγείρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɣɔˈɾa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγοράζω, πρτ.: π-εν, στ.μέλλ.: θα αγοράζομαι, αόρ.: αγόρασα, π.αόρ.: αγοράστηκα, μτχ.π.π.: αγορασμένος

  1. αποκτώ κάτι πληρώνοντας χρήματα
  2. αποσπώ με αντάλλαγμα την υποστήριξη ή εύνοια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εξαγοράζω, δωροδοκώ
  3. (μεταφορικά) προσπαθώ να καταλάβω τις σκέψεις κάποιου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τον ψαρεύω

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]