ἀγορά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀγορά ἀγορά ἀγοραί
Γενική ἀγορᾶς ἀγοραῖν ἀγορῶν
Δοτική ἀγορ ἀγοραῖν ἀγοραῖς
Αιτιατική ἀγοράν ἀγορά ἀγοράς
Κλητική ἀγορά ἀγορά ἀγοραί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγορά < ἀγείρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγορά θηλυκό

  1. συνάθροιση, συνέλευση, ιδίως του λαού, κατ' αντίθεση προς το συμβούλιο των αρχόντων (βουλή)
  2. τόπος συνελεύσεως
  3. ομιλία
  4. το χάρισμα του αγορεύειν, η ευγλωττία
  5. τόπος αγοραπωλησιών
  6. εμπορεύματα, ψώνια
  7. για δήλωση χρόνου
    • ἀγορά πληθούσα: οι ώρες πριν το μεσημέρι, δηλαδή που η αγορά ήταν γεμάτη
    • ἀγορῆς διάλυσις: ο χρόνος αμέσως μετά την μεσημβρία, δηλαδή που επέστρεφαν σπίτι τους


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • από τον Όμηρο (και μάλλον όχι νωρίτερα) εμφανίζονται αγορές και ως χώροι συζητήσεως και ως εμπορείου, αν και συνήθως συνέπιπτε η σημασία
    πολλὰ μὲν εἰν ἀγορῇ πωλεύμενα, πολλὰ δ' ἀγυιαῖς (Όμηρος, Επιγράμματα 14.5)

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]