αγορεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγορεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγορεύω < ἀγορά

Ρήμα[επεξεργασία]

αγορεύω, αόρ.: αγόρευσα (χωρίς παθητική φωνή)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

σύνθετα

επίσης

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]