αγορεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγορεύω < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἀγορεύω < ἀγορά

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αγορεύω, αόρ.: αγόρευσα (χωρίς παθητική φωνή)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

σύνθετα

επίσης

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]