αγόρευση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγόρευση αγορεύσεις
γενική αγόρευσης
& αγορεύσεως
αγορεύσεων
αιτιατική αγόρευση αγορεύσεις
κλητική αγόρευση αγορεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγόρευση < ελληνιστική κοινή ἀγόρευσις < αρχαία ελληνική ἀγορεύω < ἀγορά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγόρευση θηλυκό

  1. η δημόσια εκφώνηση ενός ρητορικού λόγου, μιας ομιλίας
  2. η τελική παρουσίαση και συνόψιση των νομικών επιχειρημάτων από τον εισαγγελέα και τους συνηγόρους μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και πριν αποσυρθεί το δικαστήριο για να εκδώσει την απόφασή του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]