εκφώνηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκφώνηση < εκφωνώ < εκ + φωνέω-ῶ (φωνάζω στα αρχ. ελλ.)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκφώνηση θηλυκό

  1. η ανάγνωση κειμένου ώστε να ακούγεται από άλλους
    Η εκφώνηση του προβλήματος έγινε με λανθασμένο τρόπο και δεν το έλυσε κανένας μαθητής!


Μεταφράσεις[επεξεργασία]