Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνήγορος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η συνήγορος οι συνήγοροι
      γενική του/της
του
συνηγόρου
συνήγορου
των συνηγόρων
    αιτιατική τον/τη συνήγορο τους/τις
τους
συνηγόρους
συνήγορους
     κλητική συνήγορε συνήγοροι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
Κατηγορία όπως «κάτοικος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συνήγορος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνήγορος < συνηγορώ < συν- + αγορεύω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συνήγορος αρσενικό ή θηλυκό

  • (νομικός όρος) ο δικηγόρος που υπερασπίζεται τον πελάτη του στο δικαστήριο
  • οποιοσδήποτε υπερασπίζεται με επιχειρήματα κάποιον άλλο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / συνήγορος τὸ συνήγορον
      γενική τοῦ/τῆς συνηγόρου τοῦ συνηγόρου
      δοτική τῷ/τῇ συνηγόρ τῷ συνηγόρ
    αιτιατική τὸν/τὴν συνήγορον τὸ συνήγορον
     κλητική ! συνήγορε συνήγορον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ συνήγοροι τὰ συνήγορ
      γενική τῶν συνηγόρων τῶν συνηγόρων
      δοτική τοῖς/ταῖς συνηγόροις τοῖς συνηγόροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς συνηγόρους τὰ συνήγορ
     κλητική ! συνήγοροι συνήγορ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συνηγόρω τὼ συνηγόρω
      γεν-δοτ τοῖν συνηγόροιν τοῖν συνηγόροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

συνήγορος < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

συνήγορος, -ος, -ον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συνήγορος αρσενικό

  1. αυτός που υπερασπίζεται κάποιον με τα λόγια
  2. (Αθήνα) Άρχοντας που υπερασπιζόταν τους παλαιότερους νόμους απέναντι στους νομοθέτες
  3. (Αθήνα) καθένας από τoυς 10 Άρχοντες, δημόσιος λογιστής
  4. (νομικός όρος) δημόσιος κατήγορος
  5. συνήγορος