advocate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

advocate (en)

  1. προτρέπω, ενθαρρύνω
    to advocate change in one direction - ενθαρρύνω αλλαγή προς μια κατεύθυνση