ενθαρρύνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ενθαρρύνω < εν- + θάρρος + -ύνω (αρχαία ελληνική θαρρύνω)
Ρήμα
[επεξεργασία]ενθαρρύνω, πρτ.: ενθάρρυνα και ενεθάρρυνα, στ.μέλλ.: θα ενθαρρύνω, αόρ.: ενθάρρυνα και ενεθάρρυνα, παθ.φωνή: ενθαρρύνομαι, μτχ.π.π.: ενθαρρυμένος
- δίνω θάρρος ή κίνητρα σε κάποιον ώστε να ξεκινήσει ή να συνεχίσει μια δύσκολη προσπάθεια
ο δάσκαλος επιβραβεύει τους μαθητές ακόμα και για τις μικρές επιτυχίες τους, ενθαρρύνοντάς τους έτσι να συνεχίσουν την προσπάθεια- ※ Το τρίο, επίσης, ενθαρρύνει όλους τους μουσικούς της πόλης να φέρουν τα όργανα τους για τζαμάρισμα. Σε κάποιες από τις τζαζ Τετάρτες μέχρι και επτά μουσικοί εμφανίζονται μαζί στη σκηνή. (Εδώ που οι Τετάρτες είναι τζαζ, city.sigmalive.com, 8/6/2015 )