δημηγορώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημηγορώ <αρχ. δημηγορέω <δημήγορος <δήμος και ἀγορεύω.

Αγορεύω μπροστά στο λαό.

Ρήμα[επεξεργασία]

δημηγορώ

  • εκφωνώ δημόσια ρητορικό λόγο, κυρίως πολιτικό.

εκφράσεις[επεξεργασία]

«τοὺς αἰσχρῶς βεβιωκότας· τούτους οὐκ ἐᾷ (αφήνω, επιτρέπω) δημηγορεῖν».[1]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]