plead

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pliːd/

Ρήμα[επεξεργασία]

plead (en), αόριστος και παθητική μετοχή pleaded (ΗΒ) ή pled (Β.Αμερική, Σκοτία)

  1. ζητώ κάτι σοβαρά, παρακαλώ για κάτι
  2. επιχειρηματολογώ υπέρ ή κατά
  3. (νομική) αγορεύω σε δικαστήριο ως συνήγορος
  4. (νομική) δηλώνω σε δίκη ότι είμαι ένοχος ή όχι
    he pleaded not guilty

Δείτε επίσης[επεξεργασία]