plead

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pliːd/

Open book 01.svg Ρήμα[]

plead (en), αόριστος και παθητική μετοχή pleaded (ΗΒ) ή pled (Β.Αμερική, Σκοτία)

  1. ζητώ κάτι σοβαρά, παρακαλώ για κάτι
  2. επιχειρηματολογώ υπέρ ή κατά
  3. (νομικός όρος) αγορεύω σε δικαστήριο ως συνήγορος
  4. (νομικός όρος) δηλώνω σε δίκη ότι είμαι ένοχος ή όχι
    he pleaded not guilty

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []