ομολογώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομολογώ < αρχαία ελληνική ὁμολογέω - ὁμολογῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ομολογώ, παρατ.: ομολογούσα, στιγμ. μέλλ.: θα ομολογήσω, αόρ.: ομολόγησα , παθ.φωνή: ομολογούμαι , μτχ.π.π.: ομολογημένος

  1. παραδέχομαι κάτι
  2. (ειδικότερα) παραδέχομαι κάτι παράνομο που διέπραξα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]