Μετάβαση στο περιεχόμενο

confess

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας confess
γ΄ ενικό ενεστώτα confesses
αόριστος confessed
παθητική μετοχή confessed
ενεργητική μετοχή confessing

confess (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) ομολογώ, παραδέχομαι, ειδικά τυπικά ή στην αστυνομία, ότι έχω κάνει κάτι λάθος ή παράνομο
    παράδειγμα  They tortured him to confess.
    Τον βασάνισαν για να ομολογήσει.
    παράδειγμα  She confessed that she had stolen the jewelry.
    Ομολόγησε ότι είχε κλέψει τα κοσμήματα.
    παράδειγμα  He confessed having stolen it.
    Παραδέχτηκε ότι το έκλεψε.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) ομολογώ, παραδέχομαι, κάτι για το οποίο νιώθω ντροπή ή αμηχανία
    παράδειγμα  He confessed he told lies.
    Ομολόγησε ότι είπε ψέματα.
    παράδειγμα  I confess that I’m scared of airplanes/snakes.
    Παραδέχομαι ότι φοβάμαι τ' αεροπλάνα/τα φίδια.
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) εξομολογούμαι, κάνω μια εξομολόγηση, ομολογώ σε έναν ιερέα τις αμαρτίες μου
    παράδειγμα  I am confessing my sins.
    Εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου.

Συγγενικά

[επεξεργασία]