ομόλογο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομόλογο ομόλογα
γενική ομολόγου
& ομόλογου
ομολόγων
& ομόλογων
αιτιατική ομόλογο ομόλογα
κλητική ομόλογο ομόλογα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομόλογο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ομόλογο ουδέτερο

  1. τίτλος που αντιστοιχεί σε τμήμα ενός δανείου και με τον οποίο ο εκδότης του (ο οφειλέτης) αναγνωρίζει την υποχρέωση να πληρώσει στον κάτοχό του το αναγραφόμενο χρηματικό ποσό στο σύνολό του κατά τη λήξη του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ομόλογο

  1. ομόλογος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του ομόλογος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού