ἀγείρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγείρω < ἀ- αθροιστικό + θέμα: γερ- + -jω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ger- (μαζεύω, συγκεντρώνω)

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀγείρω αιολικός τύπος ἀγέρρω

  1. συνάγω, συναθροίζω,, συλλέγω, σωρεύω, «...ενθάδ' από ...πολίων ήγειρα έκαστον...» (Ομ. Ιλ. Ρ, 222)
  2. ζητιανεύω, μαζεύω διάφορα με επαιτεία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Χρόνοι απαρέμφατα μετοχές
Ενεργ. Ενεστώτας

Μέσος Ενεστώτας

ἀγείρειν

ἀγείρεσθαι

ἀγείρων -σα -ον

ἀγειρόμενος -μένη -όμενον

Ενεργ. Μέλλοντας

Μέσος Μέλλοντας

ἀγερεῖν

ἀγερεῖσθαι

ἀγερῶν -οῦσα-ἀγεροῦν

ἀγερούμενος -μένη-μενον

Ενεργ. Αόριστος

Μέσος - Παθ. Αόριστος

ἀγεῖραι

ἀγείρασθαι / ἀγερθῆναι

ἀγείρας -ασα -ἀγεῖραν

ἀγειράμενος -η, -ον/ ἀγερθείς,-α, -εν

Ενεργ. Παρακείμενος

Μέσος Παρακείμενος

ἀγηγερκέναι

ἀγηγέρθαι

ἀγηγερκώς -υῖα -κος

ἀγηγερμένος -μένη-μένον

Πηγές[επεξεργασία]