σωρεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

ʑ==Ελληνικά (el) ==


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σωρεύω < σωρός + -εύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σωρεύω

  1. μαζεύω, συλλέγω.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]