σωρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σορός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σωρός σωροί
γενική σωρού σωρών
αιτιατική σωρό σωρούς
κλητική σωρέ σωροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σωρός < αρχαία ελληνική σωρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sɔ.ˈɾɔs/

Ομώνυμα[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σωρός αρσενικό

  1. σύνολο από πράγματα που είναι συγκεντρωμένα αλλά τοποθετημένα άτακτα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σωρός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

σωρός

  1. σωρός