Μετάβαση στο περιεχόμενο

pile

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pile (en)

  1. το βέλος, το βελάκι, η αιχμή
  2. ο πάσσαλος
  3. σωρός (στοίβα ή "βουναλάκι")
    a pile of stones - ένας σωρός από πέτρες

pile (en)

  • σχηματίζω ένα σωρό



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pile piles

pile (fr) θηλυκό

  1. ο σωρός, το πάκο, η στοίβα, η ντάνα
     συνώνυμα: empilement, tas
  2. η μπαταρία
  3. το μέρος ενός νομίσματος που φέρει ανάγλυφη μια αναγραφή (π.χ. την αξία του νομίσματος)
     συνώνυμα: revers
     αντώνυμα: face, avers, effigie

Επίρρημα

[επεξεργασία]

pile (fr)

  1. ακριβώς
  2. απότομα, ξαφνικά
  3. στην ακριβή ώρα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]