face

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
face faces

face (en)

  1. πρόσωπο
  2. πρόσθια όψη


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας face
γ΄ ενικό ενεστώτα faces
αόριστος faced
παθητική μετοχή faced
ενεργητική μετοχή facing

face (en)

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]




Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fas/
face 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
face faces

face (fr)) θηλυκό

  1. η όψη
    la face cachée de la Lune - η κρυμένη όψη της Σελήνης
  2. (οικείο) το πρόσωπο, η φάτσα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: visage
  3. η « κορόνα », το μέρος ενός νομίσματος που φέρει ένα ανάγλυφο σχέδιο, π.χ. ένα πρόσωπο, κ.α.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • pile ou face: « κορόνα ή γράμματα »



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

face (ro)