Μετάβαση στο περιεχόμενο

face

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
face faces

face (en)

  1. το πρόσωπο, η φάτσα, το μπροστινό τμήμα του κεφαλιού του ανθρώπου
    παράδειγμα  The expression on his face never changed.
    Η έκφραση στο πρόσωπό του δεν άλλαξε ποτέ.
    παράδειγμα  The two men exchanged a warm handshake with their faces turned towards the cameras.
    Οι δύο άντρες αντάλλασσαν θερμή χειραψία με τα πρόσωπα στραμμένα στις κάμερες.
    παράδειγμα  Oh, you should’ve seen her face when I told her.
    Α, να ’βλεπες τη φάτσα της όταν της το είπα!
    παράδειγμα  She was red in the face with embarrassment.
    Είχε κοκκινίσει από ντροπή.
  2. το πρόσωπο, η όψη, η έκφραση που εμφανίζεται στο πρόσωπο κάποιου
    παράδειγμα  Now that’s a happy face!
    Να ένα χαρούμενο πρόσωπο!
    παράδειγμα  Her face lit up with joy.
    Φωτίστηκε το πρόσωπό της από χαρά.
    παράδειγμα  The children were laughing at the clown’s faces.
    Τα παιδιά γελούσαν με τις γκριμάτσες του κλόουν.
ενεστώτας face
γ΄ ενικό ενεστώτα faces
αόριστος faced
παθητική μετοχή faced
ενεργητική μετοχή facing

face (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) αντικρίζω, είμαι αντικρινός κάποιου, είμαι αντικριστός κάποιου, απέναντι, αντίκρυ, αντικριστά
    παράδειγμα  Our house faces the Acropolis/the sea.
    Το σπίτι μας αντικρίζει την Ακρόπολη/τη θάλασσα.
    παράδειγμα  the man facing me in the train - ο αντικρινός μου στο τρένο
    παράδειγμα  When I found myself facing him…
    Όταν βρέθηκα απέναντί του…
    παράδειγμα  Who is the man facing us?
    Ποιος είναι ο άνθρωπος αντίκρυ μας;
     συνώνυμα:  δείτε την έκφραση across from
  2. (μεταβατικό) αντιμετωπίζω μια κατάσταση
    παράδειγμα  The uncertainties we’re facing in our economy are many.
    Οι ανασφάλειες που αντιμετωπίζουμε στην οικονομία μας είναι πολλές.
    παράδειγμα  I was faced with the possibility of resigning./I faced the possibility of resigning.
    Αντιμετώπισα το ενδεχόμενο να παραιτηθώ.
  3. (μεταβατικό) αντιμετωπίζω κάποιον, παρόλο που αυτό είναι δύσκολο ή δυσάρεστο
    παράδειγμα  How are you going to face your folks?
    Πώς θ' αντιμετωπίσεις τους δικούς τους;

Εκφράσεις

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
face faces

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fas/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

face (fr)) θηλυκό

  1. η όψη
    παράδειγμα  la face cachée de la Lune - η κρυμμένη όψη της Σελήνης
  2. (οικείο) η φάτσα, το πρόσωπο
     συνώνυμα: visage
  3. (νόμισμα) η «κορόνα», το μέρος ενός νομίσματος που φέρει ένα ανάγλυφο σχέδιο, π.χ. ένα πρόσωπο, κ.α.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

face (ro)