αιολικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αιολικός αιολική αιολικό
γενική αιολικού αιολικής αιολικού
αιτιατική αιολικό αιολική αιολικό
κλητική αιολικέ αιολική αιολικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιολικοί αιολικές αιολικά
γενική αιολικών αιολικών αιολικών
αιτιατική αιολικούς αιολικές αιολικά
κλητική αιολικοί αιολικές αιολικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιολικός < Αίολος + -ικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ɔ.li.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αιολικός

  1. που συσχετίζεται με τους ανέμους
    αιολική ενέργεια
  2. που αναφέρεται σε ή έχει σχέση με τους Aιολείς (φυλή αρχαίων Ελλήνων)
    αιολική διάλεκτος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]