wind

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wind (en)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

wind (en), αόρ. & παθ. μτχ.: winded

  1. φυσώ αέρα σε ένα μουσικό όργανο
  2. κόβω σε κάποιον την ανάσα (π.χ. με μια γροθιά στο στομάχι)
  3. εξαντλούμαι, μένω χωρίς ανάσα, λαχανιάζω έντονα από μια προσπάθεια
  4. τυλίγω κάτι ελικοειδώς ή κυκλικά (συνήθως wind up), περιστρέφω
    Please wind up that old-fashioned alarm clock.(Κούρδισε, σε παρακαλώ, το παλιομοδίτικο ρολόι)
  5. ταξιδεύω σε δρόμο με στροφές, ακολουθώ μη ευθεία πορεία
    The river winds through the plain.(το ποτάμι ελίσσεται στην κοιλάδα)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

wind 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wind (nl)