τυλίγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυλίγω < αρχαία ελληνική τυλίσσω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τυλίγω (τυλίγομαι)

  1. περιελίσσω την κλωστή στο καρούλι ή ένα νήμα ή οτιδήποτε επίμηκες και εύκαμπτο σε κάτι σαν ανέμη ή σε κάποιον άξονα ώστε να μη μπερδεύεται
  2. περιελίσσω κάτι για προστασία
    Τυλίξου με το κασκόλ παιδακι μου να μη μου κρυώσεις
  3. περιβάλλω κάτι από όλες τις πλευρές με ένα είδος προστασίας για να το προφυλάξω ή για να το προσφέρω ως δώρο
    Τύλιξαν το δώρο, τύλιξαν τα αβγά για να μη σπάσουν, τύλιξαν τα πιατικά
  4. παγιδεύω κάποιον
    τον τύλιξαν σε μια κόλλα χαρτί
    τον τύλιξε στο τσάκα-τσάκα και τώρα παντρεύονται
    τον τύλιξε στα δίχτυα της
  5. σκεπάζω, καλύπτω από όλες τις μεριές, αγκαλιάζω
    η ομίχλη τύλιξε το χωριό, η φωτιά τύλιξε την πολυκατοικία
    τύλιξε τρυφερά τα χέρια της γύρω από το λαιμό του
    τον τυλίγει μια αύρα κύρους
    ο κισσος τυλίγεται
    το φίδι κουλουριάζεται αλλά όταν σφίγγει το θύμα του, τυλίγεται γύρω από αυτό
  6. δίνω σε κάτι κυλινδρικό σχήμα
    βρέθηκαν τυλιγμένοι πάπυροι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]