ξετυλίγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξετυλίγω < ξε + τυλίγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξετυλίγω

  1. εκτυλίσσω, ένα καρούλι, ένα μασούρι, κλωστή, νήμα
  2. ανοίγω μια συσκευασία, ένα δώρο πακεταρισμένο, συσκευασμένο, τυλιγμένο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]