μασούρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μασούρι μασούρια
γενική μασουριού μασουριών
αιτιατική μασούρι μασούρια
κλητική μασούρι μασούρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μασούρι < μεσαιωνική ελληνική μασούριον (υποκοριστικό για το οθωμανικό τουρκικό) < οθωμανική τουρκική masura < περσική ماسوره (māsūra)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μασούρι ουδέτερο

  1. πρόχειρο εργαλείο από χαρτί, ξύλο ή μέταλλο σε σχήμα κυλίνδρου
  2. (κατ’ επέκταση) κάθε τι που είναι τυλιγμένο σε κύλινδρο
    πήρε από την αγορά 2 μασούρια κανέλα σε τιμή ευκαιρίας
    μάζεψε τα ψιλά σε μασούρια να τα πάμε στην τράπεζα
  3. (ειδικότερα) κέρματα τυλιγμένα σε κύλινδρο ή χαρτονομίσματα τυλιγμένα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ας τα κάνει μασούρι (με κακόσημο υπονοούμενο που συνήθως αποφεύγεται να ειπωθεί)
  • τα κάνει μασούρια: για τσιγκούνη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]