Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξύλο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξύλο τα ξύλα
      γενική του ξύλου των ξύλων
    αιτιατική το ξύλο τα ξύλα
     κλητική ξύλο ξύλα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ξύλο ελιάς
ξύλο πεύκου

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξύλο < αρχαία ελληνική ξύλον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈksi.lo/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ξύλο ουδέτερο

  1. η ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για την κατασκευή αντικειμένων
    παράδειγμα  μια βιβλιοθήκη από ξύλο τριανταφυλλιάς
      Νύχτα και μέρα πάντα κοπιάζει,
    κόβει το ξύλο με το πριόνι,
    κάθε κομμάτι πλανιάρει, σιάζει
    και το φιλιάζει και το καρφώνει.
    (Στέφανος Μαρτζώκης, Ο ξυλοκόπος, Ballades, Ζάκυνθος 1889, σσ. 112-113)
    1. ένα κομμάτι από τον κορμό ή τα κλαδιά δέντρου
    2. (στον πληθυντικό) τμήματα από τον κορμό ή τα κλαδιά δέντρου που προορίζονται να καούν σε τζάκι, φούρνο κλπ (καυσόξυλα)
      παράδειγμα  πήγε στο δάσος να κόψει ξύλα
  2. (μόνο στον ενικό) η άσκηση βίας εναντίον ανθρώπου ή ζώου· ξυλοκόπημα, βιαιοπραγία
    παράδειγμα  παλιότερα το ξύλο ήταν μια αποδεκτή μορφή τιμωρίας για τα παιδιά
      Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο. Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφάλαιο: Ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλά λόγια, α' έκδοση, 1918)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]