ξύλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ξύλο | τα | ξύλα |
| γενική | του | ξύλου | των | ξύλων |
| αιτιατική | το | ξύλο | τα | ξύλα |
| κλητική | ξύλο | ξύλα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξύλο < αρχαία ελληνική ξύλον
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ξύλο ουδέτερο
- η ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για την κατασκευή αντικειμένων
μια βιβλιοθήκη από ξύλο τριανταφυλλιάς- ※ Νύχτα και μέρα πάντα κοπιάζει,
κόβει το ξύλο με το πριόνι,
κάθε κομμάτι πλανιάρει, σιάζει
και το φιλιάζει και το καρφώνει. (Στέφανος Μαρτζώκης, Ο ξυλοκόπος, Ballades, Ζάκυνθος 1889, σσ. 112-113)
- ένα κομμάτι από τον κορμό ή τα κλαδιά δέντρου
- (στον πληθυντικό) τμήματα από τον κορμό ή τα κλαδιά δέντρου που προορίζονται να καούν σε τζάκι, φούρνο κλπ (καυσόξυλα)
πήγε στο δάσος να κόψει ξύλα
- (μόνο στον ενικό) η άσκηση βίας εναντίον ανθρώπου ή ζώου· ξυλοκόπημα, βιαιοπραγία
παλιότερα το ξύλο ήταν μια αποδεκτή μορφή τιμωρίας για τα παιδιά- ※ Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο. Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφάλαιο: Ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλά λόγια, α' έκδοση, 1918)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- επί ξύλου κρεμάμενος: (μεταφορικά) φτωχός, χωρίς κανένα οικονομικό απόθεμα και χωρίς προσδοκία βοήθειας από πουθενά
- πέφτει ξύλο: γίνεται ξυλοδαρμός
- σπάω στο ξύλο, τον μαυρίζω στο ξύλο, του τραβάω ένα ξύλο, του τραβάω ένα γερό χέρι ξύλο → δείτε την έκφραση: σπάω στο ξύλο
- το ξύλο της αρκούδας: πάρα πολύ ξύλο, ξυλοδαρμός
- τουλουμιάζω στο ξύλο
- χτύπα ξύλο: χρησιμοποιείται ως προτροπή από κάτι κακό που μόλις έχει ειπωθεί
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υλικό
|