bos

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αφρικάανς (af) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bos (af)



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Bos (ένα βόδι)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bos < πρωτοϊταλικό *gʷōs < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷṓws, συγγενές με το (αρχαία ελληνική ) βοῦς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bos

  • βόδι (αρσενικό ή θηλυκό)

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική bos boves
γενική bovis boum
δοτική bovi bobus or bubus
αιτιατική bovem boves
κλητική bos boves
αφαιρετική bove bobus or bubus



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

bos 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bos (nl)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]



Παλαιά γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bos αρσενικό

  1. το δάσος
  2. το δέντρο
  3. το ξύλο
  4. η μπαστουνιά