δάσος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | δάσος | τα | δάση |
| γενική | του | δάσους | των | δασών |
| αιτιατική | το | δάσος | τα | δάση |
| κλητική | δάσος | δάση | ||
| Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δάσος, ήδη τον 5ο αιώνα στον Ιπποκράτη[1] < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δάσος < δασύς
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈða.sos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δά‐σος
- τονικό παρώνυμο: δασός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δάσος ουδέτερο
- (βοτανική) ένα πυκνό σύνολο δέντρων που καλύπτει μια σχετικά μεγάλη έκταση
- (μεταφορικά) ένα πυκνό σύνολο από ομοειδή αντικείμενα
ένα δάσος από κίονες, ένα δάσος από ανεμογεννήτριες
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]|
με δασο- |
με -δασος |
- Όροι με με δασο- Όροι που λήγουν σε -δασος — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
- Όροι που λήγουν σε -δασος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
δάσος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δάσος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- δάσος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- δάσος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δάσος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)