Μετάβαση στο περιεχόμενο

δάσος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: δασός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δάσος τα δάση
      γενική του δάσους των δασών
    αιτιατική το δάσος τα δάση
     κλητική δάσος δάση
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Δάσος στην Ελβετία.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δάσος, ήδη τον 5ο αιώνα στον Ιπποκράτη[1] < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δάσος < δασύς

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈða.sos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δάσος
τονικό παρώνυμο: δασός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δάσος ουδέτερο

  1. (βοτανική) ένα πυκνό σύνολο δέντρων που καλύπτει μια σχετικά μεγάλη έκταση
  2. (μεταφορικά) ένα πυκνό σύνολο από ομοειδή αντικείμενα
    παράδειγμα  ένα δάσος από κίονες, ένα δάσος από ανεμογεννήτριες

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

με δασο-

με -δασος

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.