λόγγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λόγγος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λόγγος και λόγκος αρσενικό

  • το σημείο ή η περιοχή του βουνού η οποία έχει πυκνή βλάστηση από θαμνώδη δέντρα όπως πουρνάρια, κουμαριές κ.α. Η πυκνότητα της βλάστησης είναι τόσο μεγάλη που είναι αδύνατη η προσέλευση μέσα από αυτήν την περιοχή.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]