πουρνάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

φύλλα και καρποί του πουρναριού
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πουρνάρι πουρνάρια
γενική πουρναριού πουρναριών
αιτιατική πουρνάρι πουρνάρια
κλητική πουρνάρι πουρνάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Δύο ετυμολογίες:

  1. πουρνάρι < πουρνάριον < πιρνάριον, υποκοριστικό του πρῖνος (πρινάρι)
  2. πουρνάρι < πιρνάρι < πρινάρι < μεσαιωνικό πρινάριον, υποκοριστικό του πρῖνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πουρνάρι ουδέτερο

  • αειθαλής θάμνος (λατινικό όνομα Quercus coccifera, γνωστός επίσης ως δρυς η κοκκοφόρος και δρυς η πρίνος) με ξυλώδη βλαστό, με αγκαθωτά φύλλα και με καρπό όμοιο με της βαλανιδιάς, που σχηματίζει εκτεταμένα δάση, είτε μόνο από πουρνάρι, είτε με άλλα δένδρα και θάμνους

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αφήνω το γάμο και πάω για πουρνάρια: αφήνω κάτι πολύ σημαντικό για κάτι δευτερεύον

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]