διέλευση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διέλευση διελεύσεις
γενική διέλευσης
& διελεύσεως
διελεύσεων
αιτιατική διέλευση διελεύσεις
κλητική διέλευση διελεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διέλευση < ελληνιστική κοινή διέλευσις < διέρχομαι. Βλέπε και έλευση.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διέλευση θηλυκό

  1. το να διέρχεται κάποιος από κάπου


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]