ταϊλανδικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταϊλανδικά < από το επίθετο ταϊλανδικός, στον πληθυντικό του ουδέτερου.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταϊλανδικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • Η ταϊλανδική γλώσσα, η γλώσσα που μιλιέται στην Ταϊλάνδη.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]