Μετάβαση στο περιεχόμενο

δέντρο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: δένδρο, δεντρό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δέντρο τα δέντρα
      γενική του δέντρου των δέντρων
    αιτιατική το δέντρο τα δέντρα
     κλητική δέντρο δέντρα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ένα δέντρο.
Πληροφορική: δομή δένδρου, όπου για παράδειγμα, ο κόμβος (A) έχει για «παιδιά» τους κόμβους (B), (C) και (E)] και ο κόμβος (F) είναι «θυγατρικός» του (B)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δέντρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δέντρο(ν) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δένδρον που προφερόταν με [nd][1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *der-drew- < *dóru (δέντρο)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈðen.dɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δέντρο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δέντρο ουδέτερο

  1. (βοτανική) φυτό του οποίου ο κορμός έχει κλαδιά και φύλλα από ένα ορισμένο ύψος και πάνω
      Οι μουριές είναι τραγωδία τώρα το χειμώνα, δεν υπάρχει δέντρο με πιο άχαρα γυμνά κλωνιά.
    Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937
      Τόνισα στον μικρό πρίγκιπα ότι τα μπαομπάμπ δεν είναι θάμνοι, αλλά δέντρα ψηλά σαν εκκλησιές κι ότι ακόμα κι αν έφερνε μαζί του ένα κοπάδι ελέφαντες, αυτό το κοπάδι δεν θα μπορούσε να τα βάλει ούτε μ' ένα και μόνο μπαομπάμπ. (Αντουάν Ντε Σεντ - Εξιπερί, Ο Μικρός Πρίγκιπας, εκδ. Καρακώτσογλου, 2015)
  2. (μεταφορικά) γραφική απεικόνιση που παρουσιάζει ανάλογα χαρακτηριστικά
    παράδειγμα  γενεαλογικό δέντρο
  3. (πληροφορική) αφηρημένος τύπος δεδομένων, με ιεραρχική δομή, όπου κάθε κόμβος έχει μηδέν ή περισσότερους κόμβους ως παιδιά
    υπώνυμα: δυαδικό δέντρο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

όπως ενδεικτικά

όπως


Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. δέντρο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. αναστησιά -  Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (19332022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)