δέντρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : δένδρο, δεντρό

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δέντρο δέντρα
γενική δέντρου δέντρων
αιτιατική δέντρο δέντρα
κλητική δέντρο δέντρα
Ένα δέντρο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέντρο< αρχαία ελληνική δένδρον < ινδοευρωπαϊκή *der-drew- < *dóru (δέντρο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέντρο ουδέτερο

  1. (βοτανική) φυτό του οποίου ο κορμός έχει κλαδιά και φύλλα από ένα ορισμένο ύψος και πάνω
    η φλαμουριά είναι ένα ωραίο δέντρο.
  2. (μεταφορικά) γραφική απεικόνιση που παρουσιάζει ανάλογα χαρακτηριστικά
    γενεαλογικό δέντρο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • χριστουγεννιάτικο δέντρο: ένα ψεύτικο ή αληθινό έλατο που στολίζουμε κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

και

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]