koks

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λετονικά (lv) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

koks (lv)

  • πληθυντικός: koki



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔks/
koks 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

koks (pl) αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. το κοκ (στερεό καύσιμο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]