koks

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λετονικά (lv) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

koks (lv)

  • πληθυντικός: koki



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔks/
koks 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

koks (pl) αρσενικό, μόνο στον ενικό

  • το κοκ (στερεό καύσιμο)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]