κοκ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κ.ο.κ., ΚΟΚ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοκ < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοκ ουδέτερο

  1. είδος γλυκίσματος
  2. στερεό καύσιμο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]