γλύκισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλύκισμα γλυκίσματα
γενική γλυκίσματος γλυκισμάτων
αιτιατική γλύκισμα γλυκίσματα
κλητική γλύκισμα γλυκίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλύκισμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλύκισμα ουδέτερο

  1. το γλυκό (παρασκεύασμα της ζαχαροπλαστικής)
  2. (μεταφορικά) χαρακτηρισμός για πολύ νόστιμο φαγητό
    το γουρουνόπουλο στη γάστρα ήταν σκέτο γλύκισμα
    συνώνυμα: λουκούμι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]