sweet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

sweet < μέση αγγλική sweete

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /swiːt/

Επίθετο[επεξεργασία]

sweet (en)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sweet (en)

  1. το γλυκό, μία από τις βασικές γεύσεις
  2. το γλυκό, το γλύκισμα