Süßigkeit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Süßigkeit die Süßigkeiten
γενική der Süßigkeit der Süßigkeiten
δοτική der Süßigkeit den Süßigkeiten
αιτιατική die Süßigkeit die Süßigkeiten

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Süßigkeit < süß + -keit

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Süßigkeit (de), θηλυκό

  1. το γλυκό, το γλύκισμα
  2. η γλυκύτητα