στερεός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : στέρεος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στερεός στερεή στερεό
γενική στερεού στερεής στερεού
αιτιατική στερεό στερεή στερεό
κλητική στερεέ στερεή στερεό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στερεοί στερεές στερεά
γενική στερεών στερεών στερεών
αιτιατική στερεούς στερεές στερεά
κλητική στερεοί στερεές στερεά
Το θηλυκό εμφανίζεται και με τη λόγια μορφή: στερεά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στερεός < αρχαία ελληνική στερεός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στερεός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τη μία κατάσταση της ύλης (οι άλλες δύο είναι η υγρή και η αέρια)· χαρακτηρίζεται από μικρή κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα σώματα που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση να έχουν σταθερό όγκο και σχήμα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στερεός < ἵστημι[1][2]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στερεός

  1. στερεός

Παραπομπές[επεξεργασία]

  1. Bible Suite
  2. Bible Study Tools