στερεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στερεύω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στερεύω

  1. παύω να βγάζω ή να έχω νερό
    Ο Τάνος ποταμός, παρά τον μεγαλόπρεπο ορισμό του, το καλοκαίρι στέρευε. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]