στερεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στερεύω < μεσαιωνική ελληνική στερεύω[1]

Ρήμα[επεξεργασία]

στερεύω

  1. παύω να βγάζω υγρό
    1. παύω να έχω νερό
      ※  Ο Τάνος ποταμός, παρά τον μεγαλόπρεπο ορισμό του, το καλοκαίρι στέρευε. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
    2. (για θηλαστικά ζώα) σταματά το γάλα
    3. (για δάκρυα)
      στέρεψαν τα δάκρυά μου, στέρεψαν τα μάτια μου
    4. (μεταφορικά) παύω να είμαι δημιουργικός
      στέρεψα από καινούριες ιδέες
  2. (λαϊκότροπο) συνώνυμο του στερώ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]