στείρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : στεῖρος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στείρος στείρα στείρο
γενική στείρου στείρας στείρου
αιτιατική στείρο στείρα στείρο
κλητική στείρε στείρα στείρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στείροι στείρες στείρα
γενική στείρων στείρων στείρων
αιτιατική στείρους στείρες στείρα
κλητική στείροι στείρες στείρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στείρος < αρχαία ελληνική στεῖρος (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική stérile)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στείρος, -α, -ο

  1. που στερείται την ικανότητα να τεκνοποιήσει
  2. (μεταφορικά) που δεν δημιουργεί, δεν βρίσκει λύσεις, δεν έχει ή δεν φέρει αποτέλεσμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στείρος αρσενικό (θηλυκό: στείρα)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]