υγρός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | υγρός | η | υγρή | το | υγρό |
| γενική | του | υγρού | της | υγρής | του | υγρού |
| αιτιατική | τον | υγρό | την | υγρή | το | υγρό |
| κλητική | υγρέ | υγρή | υγρό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | υγροί | οι | υγρές | τα | υγρά |
| γενική | των | υγρών | των | υγρών | των | υγρών |
| αιτιατική | τους | υγρούς | τις | υγρές | τα | υγρά |
| κλητική | υγροί | υγρές | υγρά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υγρός < αρχαία ελληνική ὑγρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wegʷ- (υγρός). Για τον όρο της γλωσσολογίας: (ελληνιστική κοινή) ὑγρός[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /iˈɣɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐γρός
Επίθετο
[επεξεργασία]υγρός, -ή, -ό
- σχετικός με τη δεύτερη κατάσταση της ύλης, ανάμεσα στην στερεή και την αεριώδη· χαρακτηρίζεται από σχετικά ελεύθερη κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα υγρά σώματα να έχουν σταθερό όγκο αλλά μεταβλητό σχήμα, καθώς τείνουν να λάβουν το σχήμα του δοχείου που τα περιέχει.
- που έχει βραχεί
- (γλωσσολογία) για τα υγρά σύμφωνα λ, ρ, μ, ν
- (ουσιαστικοποιημένο) υγρό
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- υγρό σύμφωνο
- υγρό πυρ - εύφλεκτο υγρό μίγμα που χρησιμοποιούνταν ως όπλο από τους Βυζαντινούς ναυτικούς
- υγρός τάφος - η θάλασσα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υγρός
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ υγρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)