Μετάβαση στο περιεχόμενο

υγρός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υγρός η υγρή το υγρό
      γενική του υγρού της υγρής του υγρού
    αιτιατική τον υγρό την υγρή το υγρό
     κλητική υγρέ υγρή υγρό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υγροί οι υγρές τα υγρά
      γενική των υγρών των υγρών των υγρών
    αιτιατική τους υγρούς τις υγρές τα υγρά
     κλητική υγροί υγρές υγρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υγρός < αρχαία ελληνική ὑγρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wegʷ- (υγρός). Για τον όρο της γλωσσολογίας: (ελληνιστική κοινή) ὑγρός[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /iˈɣɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υγρός

Επίθετο

[επεξεργασία]

υγρός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τη δεύτερη κατάσταση της ύλης, ανάμεσα στην στερεή και την αεριώδη· χαρακτηρίζεται από σχετικά ελεύθερη κίνηση των μορίων, με αποτέλεσμα τα υγρά σώματα να έχουν σταθερό όγκο αλλά μεταβλητό σχήμα, καθώς τείνουν να λάβουν το σχήμα του δοχείου που τα περιέχει.
    μετάβαση από την στερεή στην υγρή κατάσταση
     συνώνυμα: ρευστός, υδατώδης
  2. που έχει βραχεί
    υγρά μάτια (μάτια δακρυσμένα)
     συνώνυμα: βρεγμένος, διάβροχος, κάθυγρος, νοτερός, νοτισμένος, νωπός, μούσκεμα
     αντώνυμα: στεγνός
  3. (γλωσσολογία) για τα υγρά σύμφωνα λ, ρ, μ, ν
  4. (ουσιαστικοποιημένο) υγρό

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]