Μετάβαση στο περιεχόμενο

ύδωρ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ὕδωρ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ύδωρ τα ύδατα
      γενική του ύδατος των υδάτων
    αιτιατική το ύδωρ τα ύδατα
     κλητική ύδωρ ύδατα
όπως «αρχαιόκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ύδωρ < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική ὕδωρ και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική eau (π.χ. eau lourde > βαρύ ύδωρ)[1][2]. Παραβάλετε τσακωνική ύο.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈi.ðoɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ύδωρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ύδωρ ουδέτερο

  1. το νερό, υγρό άχρωμο, άοσμο και άγευστο στη φυσική κατάσταση, που αποτελείται από υδρογόνο και οξυγόνο (χημικός τύπος: H2O)
  2. (αρχαιοπρεπές) το νερό

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]
  • Η μορφή υδρ-, υδρο- χρησιμοποιείται ως πρώτο συνθετικό πολλών δεκάδων λέξεων.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ύδωρ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ύδωρ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)